[α] στην πολιτικοποίηση της εμπειρίας:
“λαχταρώ να ιδωθούμε ώστε να σας μεταδώσω ένα πνευματικό δώρο για να στηριχθείτε, κι αυτό είναι η κοινή παρηγοριά της αμοιβαίας πίστης μας” [Ρωμ.1:11-12] γράφει ο Παύλος στους Χριστιανούς της εποχής του, που “όλοι τους μοιράζονταν την ζωή τους και είχαν τα πάντα κοινά και τις ιδιοκτησίες τους ξεπουλούσαν και τις μοιράζονταν μεταξύ τους με βάση τις ανάγκες τους” [Πρ.2:44-45],
και
[β] στην προσωποποίηση της ηθικής στάσης:
“Ολα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άλλοι άνθρωποι αυτά και σεις να τους κάνετε” [Μθ.7:12], ή, πιο οντολογικά, “να αγαπάς τον άλλον σαν [αληθινό] εαυτό σου” [Λκ.10:27]. (ο Παύλος προσδιορίζει αυτήν την ηθική στάση καθαρά αντιμοραλιστικά λέγοντας “Δεν οφείλετε τίποτε σε κανέναν παρά να/όταν αγαπάτε ο ένας τον άλλον”. [Ρωμ.13:8])
Αυτή η αντιστροφή δεν είναι ένα απλό θεωρητικό κατασκεύασμα αλλά εξαρτάται από το συνεπές αντι-μονεταριστικό μήνυμα του Ευαγγελίου (“δεν γίνεται να υπηρετείτε ταυτόχρονα και τον θεό και το χρήμα” [Μθ.5:24]) και την μεσσιανική ισότητα (“ώστε να μήν υπάρχει σε άλλους [υλική] άνεση και σε σας στεναχώρια: το τωρινό σας περίσσευμα να καλύψη την στέρηση τους, ώστε και το [μελλοντικό] δικό τους περίσσευμα καλύψη τη δική σας [μελλοντική] στέρηση, ώστε να πραγματοποιηθή η ισότητα” [2Κορ.8:13-14]). Αντίθετα ακυρώνει το αστικό ιδεολόγημα του κλειστού εαυτού (ο ιδιώτης σαν οικονομική μονάδα) μέσα στην “κοινωνία” (societas, σαν απρόσωπης γραφειοκρατικής μηχανής οικονομικών σχέσεων):
[α] Η πολιτικοποίηση της εμπειρίας ακυρώνει τον αστικό ατομισμό—την ιδιωτική κατανάλωση “κοινωνικών αγαθών”.
[β] Η προσωποποίηση της ηθικής ακυρώνει την γραφειοκρατική ανηθικότητα του αστικού νόμου—την εξουσία του κανενός (=αφηρημένη αξία του κεφαλαίου) πάνω στα πρόσωπα.
Αυτή η αντιστροφή κρίνει την μεγαλύτερη βλασφημία των αιώνων: τον αστικοποιημένο “χριστιανισμό”.